βρῦν

βρῦν εἰπεῖν cry for
A drink, of children, Ar.Nu.1382:—also [full] βρῦ or [full] βροῦ, Phryn.PSp.55 B., AB85 (

βροῦς Hsch.

).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρῦν — drink neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυν — (Α βρῡν) επιφώνημα νηπίων όταν διψούν. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ονοματοποιημένη] …   Dictionary of Greek

  • βρύκω — και βρύχω (Α) 1. μασώ με θόρυβο 2. τρώω λαίμαργα 3. δαγκώνω 4. κομματιάζω, κατασπαράζω 5. τρίζω τα δόντια. [ΕΤΥΜΟΛ. Βάση των βρύκω και βρύχω θεωρείται το εκφραστικό στοιχείο βρυ , που απαντά ίσως και στα βρυν, βρύχιος, βρυχώμαι. Εάν γίνει… …   Dictionary of Greek

  • βρύλλω — (Α) (για νήπιο) φωνάζω ζητώντας να πιω. [ΕΤΥΜΟΛ. < βρυν* + (επίθημα) λλ , που οφείλεται σε εκφραστικό σχηματισμό] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.